Η Αθήνα αντιμετωπίζει μια σειρά από σημαντικές προκλήσεις προκειμένου να μεταβεί σε ένα βιώσιμο σύστημα τροφίμων.
Συνοπτικά περίπου το 6,5% των κατοίκων (45.000 κάτοικοι) της Αθήνας βιώνει μέτρια (5%) έως και σοβαρή (1,5%) επισιτιστική ανασφάλεια κατά την έννοια της έλλειψης της τροφής σε όρους ποσότητας.[1] Παράλληλα, μέρος του πληθυσμού πάσχει από νόσους που σχετίζονται με τη διατροφή. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα τουλάχιστον το 40% του πληθυσμού είναι υπέρβαροι/ες και το 17% παχύσκαρκοι/ες, γεγονός που συσχετίζεται κατελάχιστο με τον διαβήτη και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Το νεοελληνικό μοντέλο διατροφής αποτελεί πρότυπο ΜΗ βιωσιμότητας. Με την κατά κεφαλή κατανάλωση στα έξι (6) κιλά κρέας το μήνα (σπίτι και εστίαση), πέντε (5+) κιλά γάλα και γαλακτοκομικά, ένα (1) κιλό γλυκά και ζάχαρη και αρκετά επεξεργασμένα τρόφιμα, η νεοελληνική διατροφή απέχει μακράν από την περίφημη μεσογειακή διατροφή. [1]
Περαιτέρω, την τελευταία διετία οι τιμές των τροφίμων ανεβαίνουν διαρκώς. Ο πληθωρισμός σε ορισμένες κατηγορίες τροφίμων έχει εκτροχιαστεί. Ενδεικτικά, από τον Ιανουάριο του 2021 έως το τέλος του 2023 η τιμή του ελαιολάδου αυξήθηκε κατά 70% – 100%, των αυγών κατά 37% και της πατάτας 55%, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός στα είδη διατροφής κυμαίνεται μεσοσταθμικά στο 10% από το 2021 κι έπειτα.
Επιπλέον, η δομή της αγοράς τροφίμων είναι ολιγοπωλιακή, καθώς δεν προσφέρει στους καταναλωτές κανάλια διάθεσης που θα βελτίωναν τις επιλογές τους. Απουσιάζουν τα εναλλακτικά δίκτυα παραγωγών – καταναλωτών με σκοπό τη διάθεση ποιοτικής τροφής σε προσιτές τιμές, και δεν λειτουργούν οι αγορές παραγωγών ή των βιοκαλλιεργητών.
Σε επίπεδο παραγωγής, η Αθήνα διαθέτει πολύ περιορισμένες δυνατότητες παραγωγής τροφής.
Όσον αφορά στα απόβλητα τροφίμων, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες κάθε κάτοικος της Ελλάδας πετάει περί τα ενενήντα έως εκατό (90-100) κιλά τροφίμων κάθε χρόνο, εκ των οποίων τα 40-45 θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μαγείρεμα.[3] Στη γενική εικόνα 125.000 τόνοι τροφίμων καταλήγουν στα σκουπίδια ετησίως στην Αθήνα (±4% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για την Αθήνα). Από τα απόβλητα των τροφίμων περίπου οι 5.000 τόνοι (3,5% του συνόλου) γίνονται κομπόστ.
Τέλος, σε παγκόσμιο επίπεδο το σύστημα τροφίμων προκαλεί περί το 30% των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου.[4]
Παρά τις προκλήσεις αυτές, η Αθήνα μπορεί να αποκτήσει ένα βιώσιμο σύστημα τροφής! Αναγκαία προϋπόθεση για αυτό είναι μία συγκροτημένη πολιτική για την τροφή. Αυτή αναπτύσσεται στο σχέδιο δράσης και στην ενότητα των δράσεων θα βρείτε τι κάνει ο Δήμος, όπως και οι κοινωνκοί εταίροι για το σκοπό αυτό.
[1] ΕΛΣΤΑΤ, 2022, Δελτίο Τύπου «Επάρκεια Τροφής», https://bit.ly/3KdO9KU , και επικοινωνία με ΕΛΣΤΑΤ, Δ/νση Στατιστικών Πληθυσμού, Απασχόλησης και Κόστους Ζωής Τμήμα Ειδικών Στατιστικών, κος Ντούρος.
ΤΕΒΑ, https://www.cityofathens.gr/enimerosi-ti-dianomi-teva-dimo-4/
[2] Έρευνα Οικογειακών Προϋπολογισμών, ΕΛΣΤΑΤ, ΕΟΠ_2022
[3] https://foodsavingalliancegreece.gr/ . Τα στοιχεια είναι ενδεικτικά, καθώς διαφορετικές μελέτες και μετρήσεις δίνουν διαφοροποίησεις στα αποτελέσματα – κυρίως προς πάνω.
[4] “Towards a Sustainable Food System”, SAM, European Commission, 2020, p. 13. https://op.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/ca8ffeda-99bb-11ea-aac4-01aa75ed71a1/language-en , https://www.c40.org/what-we-do/scaling-up-climate-action/food-systems/ , https://www.rockefellerfoundation.org/our-work/food/